Ειδικες φοβιες PDF Print E-mail
Written by Cyprus Detectives   
Sunday, 23 May 2010 16:39

Τι; Να πάμε με αεροπλάνο στην Κρήτη; Με τίποτε! Προτιμώ να φάμε μια μέρα στο καράβι!”

“Πάρε το σκυλί σου από τα πόδια μου! Κανίς, ξε-κανίς, εγώ το φοβάμαι!”

“Ο γιατρός είπε να κάνω αξονική τομογραφία. Δεν υπάρχει περίπτωση να βάλω το κεφάλι μου σε εκείνο το σωλήνα!”

 

Αυτές είναι μερικές κλασικές αντιδράσεις ατόμων που πιθανόν πάσχουν από μια από τις πιο διαδεδομένες ψυχικές διαταραχές: την ειδική φοβία. Η ειδική φοβία αναφέρεται κυρίως στις φοβικές αντιδράσεις που είναι δυσανάλογες του φοβικού ερεθίσματος, το οποίο συνήθως είναι αβλαβές και ακίνδυνο. Τα άτομα που πάσχουν από ειδική φοβία συνήθως συνειδητοποιούν ότι ο φόβος τους είναι παράλογος ή/και σημαντικά μικρότερος από τον φόβο άλλων ατόμων για το ίδιο φοβικό αντικείμενο. Αυτό το οποίο φοβάται το άτομο μπορεί εν δυνάμει να είναι και κακό για την υγεία του, ωστόσο ακόμη και όταν το άτομο βρίσκεται σε ασφαλές περιβάλλον συνεχίζει να παρουσιάζει φοβικές αντιδράσεις. Όσο πιο έντονο ή πρόσφατο είναι το φοβικό αντικείμενο, τόσο πιο έντονη είναι και η αντίδραση.

Οι ειδικές φοβίες έχουν το εξής καλό, σε σχέση με άλλες αγχώδεις εκδηλώσεις: δεν παρεμποδίζουν πάντοτε την λειτουργικότητα του ατόμου. Ειδικά στις περιπτώσεις που κάποιος έχει μια ειδική φοβία για κάποιο αντικείμενο/περίσταση που δεν συναντά στην καθημερινότητά του (π.χ. υψοφοβία), μπορεί να εκδηλώσει ελάχιστες φοβικές εκδηλώσεις. Βεβαίως, σε ορισμένους φοβικούς ακόμη και η σκέψη του αντικειμένου ή της κατάστασης είναι αρκετή για την εκδήλωση συμπτωμάτων πανικού.

Οι άνθρωποι φοβούνται διάφορα πράγματα, από ζώα και φυσικά φαινόμενα έως καταστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν 3 κύριες κατηγορίες ειδικών φοβιών: φόβος ζώων (π.χ. αράχνες, σκύλοι, κατσαρίδες, φίδια), φόβος αίματος-ένεσης και φόβος καταστάσεων (π.χ. υψοφοβία, κλειστοφοβία). Οι υπόλοιπες ειδικές φοβίες κατατάσονται σε μια τέταρτη κατηγορία και μπορούν να περιλαμβάνουν φόβο προς κάθε ερέθισμα (π.χ. κλόουν, δυνατοί ήχοι, καιρικά φαινόμενα).

Διαγνωστικά Κριτήρια

Τα διαγνωστικά κριτήρια της ειδικής φοβίας, όπως περιγράφονται από το DSM-IV-TR είναι τα ακόλουθα:

  • Έκφραση αδικαιολόγητου και υπερμετρου άγχους και φόβου λόγω παρουσίας κάποιου φοβικού ερεθίσματος (αντικείμενο, κατάσταση κτλ), για διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα.
  • Όταν το άτομο εκτίθεται στο φοβικό ερέθισμα εκφράζει άμεσα συμπτώματα φόβου και άγχους, τα οποία προσομοιάζουν κρίσεις πανικού. Στα παιδιά ο φόβος και το άγχος μπορεί να εκφράζονται ως κλάμα ή πάγωμα του βλέμματος.
  • Το άτομο αναγνωρίζει πως ο φόβος του είναι υπερβολικός και αδικαιολόγητος. Αυτό το σύμπτωμα μπορεί να μην εμφανίζεται στα παιδιά.
  • Το άτομο αποφεύγει το φοβικό ερέθισμα. Όταν αναγκάζεται να το αντιμετωπίσει, αυτό γίνεται με υπέρμετρο άγχος και ένταση.
  • Η αποφυγή του φοβικού ερεθίσματος και τα συμπτώματα άγχους όταν το άτομο αντιμετωπίζει τα φοβικά ερεθίσματα, παρεμποδίζουν σε σημαντικό βαθμό την λειτουργικότητα του σε προσωπικό, κοινωνικό, επαγγελματικό ή άλλο τομέα της ζωής του.
  • Τα συμπτώματα του ατόμου δεν επεξηγούνται πληρέστερα βάσει κάποιας άλλης ψυχικής διαταραχής.

Επιδημιολογικά Χαρακτηριστικά

Η φοβική διαταραχή είναι η συχνότερη ψυχική διαταραχή στο γυναικείο πληθυσμό και η δεύτερη σε συχνότητα εμφάνισης στον ανδρικό. Ανάλογα με το είδος της ειδικής φοβίας, αλλάζει και η συνήθης ηλικία έναρξης των φοβικών αντιδράσεων, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από τα 7 έως τα 25 έτη[1] . Μετά τα πρώιμα στάδια της ενήλικης ζωής συνήθως η συχνότητα εμφάνισης ειδικών φοβιών μειώνεται εντυπωσιακά. Στην χώρα μας υπολογίζεται πως περίπου ένα ποστοστό της τάξεως του 10% έχει αναπτύξει ειδική φοβία σε κάποια φάση της ζωής του [2] . Οι πιο συνηθισμένοι τύποι ειδικών φοβιών είναι η υψοφοβία και η ζωοφοβία, με την κλειστοφοβία και τον φόβο των ενέσεων να ακολουθούν στην κατάταξη[3]  .

Αιτιολογία

Υπάρχουν πολλές διαφορετικές θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο προκαλούνται οι ειδικές φοβίες, καθεμιά από τις οποίες φωτίζει μια διαφορετική εκδοχή των παραγόντων που οδηγούν στην γέννηση αυτής της διαταραχής. Οι δυο πιο διαδεδομένες θεωρίες είναι η θεωρία των επίκτητων φόβων και η κοινωνική μάθηση των φόβων[4] .

Σύμφωνα με την πρώτη, οι άνθρωποι γεννιούνται έχοντας “γονιδιακά κωδικοποιημένους” ορισμένους βασικούς φόβους. Αυτή η θεωρία βασίζεται στη δαρβινική θεώρηση της εξέλιξης των ειδών και των ανθρώπινων συμπεριφορών. Για να μπορέσει το είδος μας, ο homo sapiens, να επιβιώσει στο ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον του, είναι προικισμένος με ορισμένους βασικούς φόβους προς πράγματα και καταστάσεις που μπορεί να τον βλάψουν. Με αυτή τη λογική, φόβοι όπως αυτοί για τα ερπετά, τις κατσαρίδες και τα αγνώστα προσώπα ουσιαστικά μας προστατεύει από εν δυνάμει επικίνδυνες καταστάσεις. Μπορεί μόλις μία στις χίλιες να είναι πραγματικά επικίνδυνη, αλλά ακόμη και έτσι, το αποτέλεσμα είναι η ασφάλειά μας. Το πρόβλημα με τις ειδικές φοβίες είναι πως το τίμημα που πληρώνουν τα άτομα για την ασφάλειά τους είναι η λειτουργικότητά τους, μιας και έχουν ένα συνεχές άγχος πριν καν αντιμετωπίσουν το φοβικό ερέθισμα. Για παράδειγμα κάποιος με κλειστοφοβία δεν μπορεί να κάνει κάποια μαγνητική τομογραφία η οποία θα μπορούσε να ήταν εξέταση-κλειδί για την σωστή διάγνωση μιας θανατηφόρας ασθένειας. Κάποιος με μικροβιοφοβία δεν μπορεί να κάνει απλά πράγματα, όπως να πάει σε μια δημόσια τουαλέτα και να μιλήσει από τηλεφωνικές συσκευές τρίτων. Με άλλα λόγια, η ειδοποιός διαφορά μεταξύ φόβου και ειδικής φοβίας είναι α)η παρουσία φοβικής αντίδρασης απουσία ερεθίσματος (ή παρουσία ασήμαντου ερεθίσματος) και β)η απώλεια της λειτουργικότητας του ατόμου.

Μια δεύτερη θεωρία που εξηγεί μια διαφορετική ομάδα φοβιών είναι η μάθησή τους είτε βάσει κοινωνικών προτύπων, είτε βάσει κάποιου παθήματός μας που έγινε μάθημα. Γεννιόμαστε σε ένα περιβάλλον που εμπεριέχει κινδύνους τους οποίους αγνοούμε και οι οποίοι ενδεχομένως δεν είναι “κωδικοποιημένοι” στα γονίδιά μας. Έτσι, αναγκαζόμαστε να μαθαίνουμε τι είναι επικίνδυνο και τι όχι, ακολουθώντας τα πρότυπα του περιβάλλοντός μας. Δεν αγγίζουμε το μάτι της κουζίνας γιατί έτσι μας έμαθε η μαμά και όχι γιατί έτσι μας λέει το ένστικτό μας, δεν παίζουμε με τις πρίζες του σπιτιού γιατί είδαμε τον μπαμπά που τον χτύπησε ρεύμα όταν έβαλε τα γυμνά του δάχτυλα εκεί κ.ο.κ. Παρόμοιοι μηχανισμοί βρίσκονται πίσω από την μάθηση των ειδικών φοβιών. Για παράδειγμα, εάν βρεθούμε σε ένα περιστατικό όπου κάποιος είχε μια αρνητική αντίδραση όταν του κάνανε ένεση (π.χ. ένεση ανδρεναλίνης προς αποφυγή καρδιακού, την οποία ακολούθησε ο θάνατος του ατόμου) θεωρητικά μπορούμε να αναπτύξουμε φοβία προς τις ενέσεις, μιας και τις έχουμε συνδέσει με κάποια αρνητικά αποτελέσματα.

Φυσικά ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μάθουμε κάτι, συμπεριλαμβανομένων των φοβιών, είναι το ζήσουμε. Για παράδειγμα εάν μας κυνηγήσει ένα σκυλί ή μας τραυματίσει -ιδιαίτερα σε κάποια τρυφερή, νεαρή ηλικία- υπάρχει πιθανότητα να γενικεύσουμε τον φόβο προς όλα τα σκυλιά, αναπτύσσοντας έτσι σκυλοφοβία, εάν πέσουμε από τον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας είναι πιθανό να αναπτύξουμε υψοφοβία κ.ο.κ. Αυτού του είδους η ανάπτυξη φοβιών εντάσσεται στα πλαίσια της λεγόμενης κλασσικής εξαρτημένης μάθησης, μιας μεθόδου μάθησης που έγινε το επίκεντρο επιστημονικής έρευνας στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, από έναν Ρώσο συμπεριφοριστή, τον Pavlov.

Στα πλαίσια ενός πειράματος για την έκκριση σάλιου στους σκύλους, ο Ivan Pavlov παρατήρηση πως ενώ αρχικά τα σκυλιά απέκρυναν σάλιο μόνο όταν έβλεπαν το φαγητό, στα τελευταία στάδια του πειράματος η έκκριση σάλιου λάμβανε θέση ακόμη και μόνο στη θέα των επιστημόνων που συνήθως τους πήγαιναν το φαγητό. Αυτή η παρατήρηση, όσο αστεία και αν ακούγεται, οδήγησε στην γέννηση του συμπεριφορισμού, μιας τάσης της ψυχολογίας η οποία δίνει έμφαση στις σχέσεις αίτιου-αιτιατού ανάμεσα σε ερέθισμα και αντίδραση. Οι συμπεριφοριστές προσπαθούν να αλλάξουν την συμπεριφορά των άλλων μέσω αλλαγής του ερεθίσματος (ή μέσω -ευχάριστης ή δυσάρεστης- αλλαγής του αποτελέσματος της συμπεριφοράς). Όπως ακριβώς οι σκύλοι του Pavlov είχαν μάθει να συνδέουν τους ιατρούς με το αίσθημα της πείνας, έτσι και οι φοβικοί έχουν συνδέσει ένα ερέθισμα (π.χ. σκύλος) με ένα συναίσθημα (π.χ. φόβος, πανικός, αηδία).

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το συμπεριφοριστικό πλαίσιo μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι φοβίες, έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε στην ιστορική περιπτωσιακή μελέτη του μικρού Άλμπερτ, την οποία μας περιγράφει στις σημειώσεις του ο κορυφαίος και πρωτοπόρος Αμερικανός συμπεριφοριστής, John B. Watson. Ο μικρός Άλμπερτ ήταν ένα νήπιο το οποίο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είχε εισαχθεί στην κλινική του Dr. Watsonκαι είχε την ατυχία να γίνει το “πειραματόζωο” σε ένα πολύ ενδιαφέρον -από επιστημονική άποψη και μόνο- πείραμα. Συγκεκριμένα, αρχικά ο Dr. Watson παρουσίαζε ένα λευκό κουνελάκι στον μικρό Άλμπερτ. Αυτή η κίνηση σε πρώτη φάση δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Αργότερα όμως κάθε φορά που παρουσίαζε το κουνέλι στον Άλμπερτ, έκανε και έναν δυνατό θόρυβο, κάτι που φυσικά τρόμαζε τον Άλμπερτ. Μετά από πολλές επαναλήψεις ο Dr. Watson έπαψε να κάνει τον δυνατό θόρυβο και παρουσίαζε και πάλι μόνο το λευκό κουνέλι. Τότε πρόσεξε ότι ο Άλμπερτ αντιδρούσε με φόβο μόνο και μόνο στην θέα του κουνελιού, μιας και είχε συνδέσει το κουνέλι με τον φόβο. Έτσι, ο μικρός Άλμπερτ, άθελά του έγινε η πρώτη επιστημονικά τεκμηριωμένη μάθηση φοβίας. Αξίζει να σημειωθεί πως πριν γίνει η θεραπεία του Άλμπερτ ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία (σύνδεση του κουνελιού με ένα ευχάριστο συναίσθημα), ο μικρός είχε αρχίσει να γενικεύει τις φοβικές του αντιδράσεις προς οτιδήποτε λευκό και φουντωτό (π.χ. γενειάδα), μια εύστοχη παρατήρηση που καταδεικνύει τον μηχανισμό γενίκευσης των φοβιών.

Θεραπεία

Όπως για τις περισσότερες ψυχικές διαταραχές, υπάρχουν διάφοροι τρόποι προσέγγισης και καταπολέμησης των ειδικών φοβιών οι οποίοι μπορούν να χωριστούν σε δύο κυρίως κατηγορίες, αυτές της ψυχοθεραπείας και της ψυχοφαρμακολογίας. Φυσικά η κάθε μέθοδος έχει τους δικούς της στόχους και συνήθως ένας συνδυασμός των δύο έχει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Από άποψη ψυχοθεραπειών η συμπεριφορική και η γνωστικο-συμπεριφορική θεραπεία κρατάνε τα ηνία στη θεραπεία των φοβιών. Όπως είδαμε και πιο πάνω, στην περίπτωση του μικρού Άλμπερτ, ο συμπεριφορισμός μπορεί όχι μόνο να δημιουργήσει μια φοβία, αλλά και να την εξαλλείψει. Η διαδικασία εξάλειψης της φοβίας ονομάζεται “συστηματική απευαισθητοποίηση” και στόχο έχει την σταδιακή αποσυσχέτιση του φοβικού ερεθίσματος με τα αισθήματα του φόβου ή αηδίας που πιθανόν προκαλεί. Το άτομο μπορεί να ζητηθεί να κάνει μια λίστα των καταστάσεων που τον φοβίζουν και στη συνέχεια να τις κατατάξει από αυτή που του δημιουργεί τα ηπιότερα αρνητικά συναισθήματα προς αυτή που του προκαλεί τα ισχυρότερα (π.χ. η φωτογραφία ενός αεροπλάνου μπορεί να φοβίζει ελάχιστα το άτομο, ένα βίντεο αεροπλάνου εν πτήσει προκαλεί μετρίου βαθμού φόβο, ενώ η πραγματική πτήση δημιουργεί αίσθημα πανικού). Αφού γίνει αυτό, το άτομο σε συνεργασία με τον ψυχολόγο, προσπάθεί να αντιμετωπίσει μία-μία τις φοβικές καταστάσεις, από τις πιο ήπιες προς τις πιο σοβαρές. Η απευαισθητοποίηση μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Το άτομο μπορεί απλά να κληθεί να αντιμετωπίσει άμεσα τους φόβους του (π.χ. να δει φωτογραφίες αεροπλάνου, βίντεο, να πετάξει σε μια εικονική πτήση, να μπει σε αεροπλάνο και τέλος να πετάξει) ή να αντικαταστήσει τα αρνητικά συναισθήματα με θετικά. Το δεύτερο γίνεται συνήθως χρησιμοποιώντας κάποιες τεχνικές χαλάρωσης οι οποίες δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα, ακολουθούμενες από το φοβικό ερέθισμα. Σταδιακά, το φοβικό ερέθισμα θα συνδεθεί με αυτά τα ευχάριστα συναισθήματα. Φυσικά η διαδικασία είναι ελαφρώς πιο πολύπλοκη, αλλά αυτή είναι η κεντρική ιδέα της συστηματικής απευαισθητοποίησης.

Στα πλαίσια της γνωστικο-συμπεριφορικής θεραπείας, το άτομο καλείται να αλλάξει τον τρόπο σκέψης του για το φοβικό ερέθισμα, τόσο κατά την ώρα της φοβικής αντίδρασης, όσο και γενικότερα. Στόχος του ψυχοθεραπευτή είναι το άτομο να ενδυναμωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτήσει -σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα- τον έλεγχο των συναισθημάτων και των σκέψεών του. Κάποιες αποκρυσταλλωμένες σκέψεις θα πρέπει να αλλάξουν και κάποια παράλογα μοντέλα σκέψης να αντικατασταθούν με πιο ορθολογικά.

Τέλος, όσον αφορά τα ψυχοθεραπευτικά μοντέλα θεραπείας, μία φοβική αντίδραση μπορεί να αναλυθεί και να αντιμετωπιστεί και μέσω ψυχοδυναμικών τεχνικών και ψυχανάλυσης. Μπορεί η αιτία της φοβικής αντίδρασης να κρύβεται σε κάποιο τραυματικό γεγονός του παρελθόντος ή ακόμη και υπαρξιακά θέματα και τις ενδόμυχες σκέψεις και συμπλέγματα που έχουν αναπτυχθεί επί της βάσεώς τους. Σκοπός της θεραπείας σε αυτή την περίπτωση είναι αρχικά να εντοπιστεί αυτό το γεγονός ή τα υπαρξιακά ζητήματα, να αναλυθούν τα συναισθήματα και οι σκέψεις που έχουν αναπτυχθεί γύρω από αυτά και στη συνέχεια να δωθεί η κατάλληλη στήριξη και καθοδήγηση ώστε να αλλάξει ο τρόπος σκέψης και τα συναισθήματα έναντι των φοβικών ερεθισμάτων, επί της λύσεως των προαναφερθέντων προβλημάτων.

Όσον αφορά τις φαρμακοθεραπείες, υπάρχουν 3 διαφορετικές ομάδες ψυχοφαρμάκων τα οποία έχει βρεθεί ότι βοηθούν στην αντιμετώπιση των ειδικών φοβιών. Εννοείται πως ο μόνος που μπορεί να επιλέξει την κατάλληλη φαρμακοθεραπεία για το εκάστοτε άτομο είναι ο θεράπων ψυχίατρος. Στην πρώτη ομάδα φαρμάκων ανήκουν τα λεγόμενα SSRI (selective serotonin reuptake inhibitors) φάρμακα, τα οποία στοχεύουν στην ρύθμιση των επιπέδων της σεροτονίνης στον ανθρώπινο εγκέφαλο, μιας ουσίας που συνδέεται άμεσα με τα αισθήματα ευχαρίστησης/δυσαρέσκειας. Το θετικό με αυτού του είδους τα φάρμακα είναι ότι δεν είναι εθιστικά και έχουν σχετικά λίγες παρενέργειες. Παραδείγματα αυτής της ομάδας είναι τα Effexor, Zoloft, Prozac, Paxil και Luvox.

Η δεύτερη ομάδα είναι τα TCA (Tricyclic Antidepressants) και τα MAOI (Μonoamine Οxidase Ιnhibitors), στόχος των οποίων είναι η ρύθμιση διαφορετικών ομάδων νευροδιαβιβαστών που σχετίζονται με την ανάπτυξη φοβικών συναισθημάτων. Μεγάλο μειονέκτημα αυτών των ψυχοφαρμάκων είναι οι πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και τα αποτελέσματα που έχουν είναι άμεσα.

Τέλος, τρίτη ομάδα ψυχοφαρμάκων είναι οι αγχολυτικές ουσίες γνωστές και ως βενζοδιαζεπίνες, όπως τα γνωστά Valium και Xanax. Αν και οι βενζοδιαζεπίνες έχουν γρήγορα αποτελέσματα όσον αφορά τον έλεγχο των φοβικών αντιδράσεων, είναι άκρως εθιστικές και δυστυχώς τα συμπτώματα επανέρχονται όταν σταματήσει η φαρμακευτική αγωγή.

Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως -όπως είπαμε και πιο πάνω- η πιο αποτελεσματική θεραπεία είναι η συνδυαστική, αυτή δηλαδή που συνδυάζει κάποιου είδους ψυχοθεραπεία (ίσως αυτή που ταιριάζει στο εκάστοτε άτομο) και η φαρμακοθεραπεία με το κατάλληλο φάρμακο. Το σίγουρο είναι πως οι ειδικές φοβίες, αν και είναι πολύ διαδεδομένες, αντιμετωπίζονται σχετικά εύκολα και γρήγορα, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και κοινωνικού υποβάθρου του ατόμου που τις αντιμετωπίζει.

Το κειμενο δημοσιευτηκε στο " Ψυχολογειν" http://psychologein.sciblogs.net/